Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

Ένα πασχαλινό διήγημα με άρωμα Αράχωβας...!!

Τον ξύπνησαν τα γέλια, οι φωνές και η κάπνα…
Πετάχτηκε σαν ελατήριο απ' το κρεβάτι και ντύθηκε σε χρόνο ρεκόρ.
Η υγρασία του παλιού σπιτιού τον έκαναν να ντυθεί ζεστά, παρά το ότι η Άνοιξη είχε μπει πια για τα καλά. Νίφτηκε με το παγωμένο νερό της βρύσης και κάθισε στο τραπέζι. Το γάλα της Μαριγούλας, της κατσίκας της Γιαγιάς του, άχνιζε στη μεγάλη λευκή του κούπα. Δεν του πήρε πάνω από μισό λεπτό ώσπου να τη στραγγίσει...
Σκουπίστηκε με την ανάστροφη του χεριού του και βγήκε από το σπίτι. Τα αρνιά μόλις που 'μπαιναν στη σούβλα. Οι άντρες του λάκκου τσούγκριζαν τα πρώτα τους ποτήρια, ενώ οι γυναίκες, θαρρείς σα μέλισσες, έκαναν χίλια-δυό πράγματα αριστερά και δεξιά, πέρα-δώθε, πάνω-κάτω.
Πέταξε ένα ντροπαλό "καλημέρα" και δίχως να περιμένει απάντηση έτρεξε προς το κατώι. Ξαμπάρωσε την πόρτα με το βαρύ σιδερένιο κλειδί που έκρυβαν πίσω από τη γλάστρα με τα νυχτολούλουδα, και μπήκε μέσα. Σε ένα λεπτό ήταν έτοιμος. Καβάλα πάνω στο καινούριο του ποδήλατο, ένα κατακόκκινο Carrera, πέρασε σα σίφουνας από το λάκκο και κατηφόρισε. Πρόλαβε ν' ακούσει τη φωνή της γιαγιάς του που ρώταγε πούθε πάει, και κείνος φώναξε: "..στο Λιβάδιιι, στη Θεία τη Σοφίαααα!!!"
Ανέβηκε την ανηφόρα μονομιάς και στην πλατεία στάθηκε να πιει νερό. Κρύσταλλο ήταν το νερό...
Γέμισε και το παγούρι και το 'βαλε με μεγάλη προσοχή στη βάση του.
Ύστερα, με αργό αλλά σταθερό ρυθμό άρχισε να ανεβαίνει το βουνό. Όσο ξεμάκραινε απ΄την Αράχωβα, τόσο καθάριζε η ατμόσφαιρα. Γύρισε όταν άκουσε να χτυπά η ώρα απ΄το Ρολόι. Ήταν μόλις 8:00. "Mια χαρά" σκέφτηκε. "Κατά τις 10:00 θα 'χω φτάσει".

Λίγο μετά, και ενώ είχε ήδη διανύσει τα δυο πρώτα χιλιόμετρα, έκανε μια στάση. Έριξε μια ματιά προς τα πίσω. Το χωριό ήταν χωμένο στους καπνούς. Μόνο ο Αϊ Γιώργης και τα γύρω σπίτια φαίνονταν. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Οι πασχαλιές, τα χαμομήλια, τ' αγριόχορτα, όλα μαζί χώθηκαν στα ρουθούνια του. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. Κοίταξε το ποδήλατο, κοίταξε ξανά το χωριό και άρχισε να ποδηλατεί και πάλι. Ήταν δεκατριών, και θα στοιχημάτιζε πως δεν είχε ξανανιώσει τόσο όμορφα ως τα σήμερα!
Άλλαζε κάθε λίγο τις ταχύτητες. Είχε βλέπεις 12 ολόκληρες ταχύτητες! Το μονό γρανάζι του παλιού του σπαστού ήταν πλέον παρελθόν. Δυο δίσκοι μπροστά, έξι γρανάζια πίσω...
Και δώστου και άλλαζε ταχύτητες, και δώστου να ανεβαίνει λίγο λίγο το βουνό.
Μισή ώρα μετά είχε φτάσει κιόλας στο Σταυρό. Εκεί έκανε τη δεύτερή του στάση. Έμεινε, ούτε κ αυτός ήξερε πόση ώρα, να κοιτάζει τη θέα. Μπρος στα πόδια του οι Δελφοί, παρακάτω ο Ελαιώνας της Άμφισσας, μετά ο Κορινθιακός. Το Γαλαξίδι πιο πέρα περήφανο, στην απέναντι μεριά ένα άλλο χωριουδάκι σκαρφαλωμένο κ' αυτό στα ψιλά. Αν δεν έκανε λάθος ήταν η Δεσφίνα. Η Θάλασσα όμως τον τρέλαινε. Ονειρεύονταν να τη διασχίζει με το ποδήλατό του, να φτάνει απ' τη μια μεριά στην άλλη, κάνοντας σλάλομ στο φιδίσιο τοπίο.
Πίσω από την πλάτη του, το Λιβάδι. Ένα σπιτάκι στη μια μεριά, κάνα δυο πιο πέρα, μετά τα Καλύβια, ζωσμένα κ' αυτά απ' την κάπνα, στο κέντρο. Δεν έχασε άλλο χρόνο. Όρμησε στην κατηφόρα, βάζοντας την γρηγορότερη σχέση. Έσκυψε όσο πιο κοντά στο πλαίσιο του ποδηλάτου, για να αποφεύγει τον αέρα, και έκανε πεντάλ όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
"Καλώς τον", του είπε και τον αγκάλιασε η Θεία του.
"Μα, εσύ παιδί μου είσαι μούσκεμα!", συμπλήρωσε.
Πέταξε μια δικαιολογία και έτρεξε να χαιρετήσει και τους άλλους. Τα αρνιά δεν ήταν ακόμη έτοιμα, αλλά οι μικρομεζέδες τον περίμεναν. Άρχισε να τρώει με λαιμαργία ό,τι του προσέφεραν. Αφού τελείωσε, ρούφηξε και ένα τεράστιο ποτήρι, γεμάτο από πάγο και λεμονάδα. Κάθισε μετά στο λάκκο και άρχισε να γυρνάει τ' αρνί.
Ήταν τόσο ευτυχισμένος!
Και ξαφνικά, το είδε! Πέρα απ' το λάκκο, στο βάθος, από το τέρμα του χωματόδρομου, να πλησιάζει προς το μέρος τους. Άφηνε στο πέρασμά ένα μικρό σύννεφο καπνού, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν πρόκειται για ποδήλατο, αλλά για άλογο.
Πριν καλά-καλά, συνειδητοποιήσει τι είναι αυτό που βλέπει, ήταν μπροστά του, ακουμπημένο στο διπλό του στάντ. Ο Θείος του ο Λουκάς τ' άφησε και πήρε έναν προς έναν τους καλεσμένους να τους φιλάει σταυρωτά και να ανταλλάσσει ευχές.
Έμεινε εκστασιασμένος να το κοιτά. Δεν είχε ποτέ του ματαδεί τόσο μεγάλο ποδήλατο. Τόσο σοβαρό. Τόσο, τόσο επιβλητικό. Ναι! Αυτό ήταν. Ένα μεγάλο, επιβλητικό ποδήλατο! Μαύρο, με μικρές άσπρες πινελιές, τεράστιες ρόδες, σιδερένια φτερά, μασίφ, τεράστια σιδερένια σχάρα, γυαλιστερή δερμάτινη σέλα με σούστες, μενέτες φρένων από σίδερο κ' αυτές.
Το πλησίασε, το ακούμπησε δειλά, του χάιδεψε τη σέλα. Μα πως ένιωθε έτσι? Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, όπως πριν λίγες μέρες. Τότε που είχε φιλήσει την Ελευθερία, το "κορίτσι" του, την τελευταία μέρα του σχολείου πριν τις διακοπές.
Μα τότε, τι? Ήταν ερωτευμένος? Κεραυνοβόλα? Γέλασε με την ιδέα και έπαιξε με το κουδούνι του. Μέχρι κ' αυτό τον έκανε να ξαφνιαστεί...Τι χαρούμενος ήχος!
-Έ, μικρέ, τι έπαθες? Δέκα λεπτά το χαζεύεις. Άντε, δε θα το πας μια βόλτα? τον επανέφερε στην πραγματικότητα η φωνή του θείου του.
-Αλήθεια το λες θείε? Μπορώ?, τραύλισε.
Το τρανταχτό γέλιο του θείου του τον έκανε να κοκκινίσει, αλλά μετά τον είδε να βγάζει από το βαλιτσάκι της σχάρας ένα κλειδί, να κατεβάζει τη σέλα και να του το δίνει.
-Έλα, κάνε μια βόλτα με τον Junior, του είπε.
-Junior?, απόρησε. Αυτό εδώ είναι Θεριό ανήμερο!
-Junior το λένε, ανταπάντησε ο θείος του. "Είναι το όνομα της εταιρίας. Αυστριακής εταιρίας. Το δανείστηκα από τον συνάδελφό μου, τον Johan. Σκέψου ότι στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο τέτοια ποδήλατα είχαν οι Γερμανοί στρατιώτες. Τα ονομαστά Truppenfahrrad!
-Truppen, τί?
-Άντε, ξεκίνα! του είπε και κατευθύνθηκε στην παρέα της οποίας το κέφι και τα επίπεδα αλκοόλ είχαν ανέβει πια ψηλά...
Κίνησε δειλά στην αρχή. Δεν καλοέφτανε να πατήσει και με τα δυο πόδια στο έδαφος. Όμως λεπτό το λεπτό ένιωθε και πιο σίγουρος. Ώσπου μετά από λίγο ένιωθε σα να έχει τιθασεύσει το πιο άγριο άτι.
Η ώρα περνούσε και αυτός απομακρύνονταν όλο και πιο πολύ. Έπαιρνε μονοπάτια που δεν είχε ξαναπάει με το ποδήλατο, έστριβε σε όποιο μονοπάτι έβρισκε μπροστά του.
Πήγαινε, συνέχιζε, τραβούσε όλο και πιο πέρα.
Έφτασε βαθιά μέσα στο δάσος. Στα έλατα. Τίποτα άλλο. Αυτός, το άτι και τα έλατα. Σε κάποιο σημείο, κουρασμένος πια άφησε το ποδήλατο και κάθισε κάτω από τα δέντρα. Αποκοιμήθηκε. Βαριά.
Ξύπνησε. Πεινούσε. Είχε πάρει να σουρουπώνει. Καβάλησε και πάλι το ποδήλατο βιαστικά και έκανε να γυρίσει. Έπλαθε με το μυαλό του ιστορίες. Πως δήθεν ήταν ταχυδρόμος του στρατού και πως αποστολή του ήταν να παραδώσει ένα επείγον μήνυμα στο επιτελείο...
Όταν έφτασε πίσω στο σπίτι των θείων του, όλοι ήταν σε κατάσταση Νιρβάνα.
Πλησίασε το δικό του ποδήλατο. "Έλα, μη μου θυμώνεις", του ψιθύρισε. "Αφού ξέρεις πως εσύ είσαι το καλό μου φιλαράκι". Τι περίεργο. Σα να είχε ενοχές!
Το βράδυ έφτασε και η παρέα σκόρπισε. Έβαλε το θείο του να του πει ό,τι λεπτομέρειες ήξερε. Για τη Φάλαγγα των Ναζί που αποτελούνταν από ποδήλατα, για το ότι κουβαλούσαν μέχρι και οβίδες για όλμους κάποια απ' αυτά, για την κατασκευή τους και την απλότητά τους.
Έφαγε, και μετά πήγε να ξαπλώσει. Την άλλη μέρα θα σηκώνονταν και πριν επιστρέψει στη γιαγιά του, θα έκανε άλλη μια βόλτα με το Truperfagrad ή όπως αλλιώς το έλεγαν τέλος πάντων.
Την επομένη, αφού έφαγε το πρωινό του, έκανε να βρει το Θείο του. Αλλά τζίφος! Πουθενά. Ούτε και το ποδήλατο! Έμαθε πως είχε φύγει εκτάκτως για την Αθήνα. Μαζί του βέβαια είχε πάρει και το αντικείμενο του πόθου του...
Με σκυμμένο το κεφάλι πήρε το δρόμο της επιστροφής. Δεν έπαιζε πια τόσο συχνά με τις ταχύτητες, ούτε έπαιρνε "αεροδυναμική" στάση οδήγησης, παρά την τεράστια κατηφόρα. Ένιωθε σα να κάνει αγγαρεία. Ο νους του ήταν αλλού. Η καρδιά του ήταν αλλού. Δε θα το ξανάβλεπε άραγε ποτέ ξανά? Γιατί να είναι τόσο άτυχος!
*********************************************************************************
-Ει, Κωνσταντίνε!!! Ξύπνα ρε άνθρωπε! Που ταξιδεύεις?, του φώναξε ο Χρήστος.
Όλη η παρέα ήταν έτοιμη να ξεκινήσει. Αυτός κάθονταν απόμερα βυθισμένος στις σκέψεις του. Βρίσκονταν σχεδόν μια ώρα τώρα στο Σταυρό. Από κάτω το Λιβάδι του φάνηκε σα Σεληνιακό τοπίο. Μόνο που αντί για μετεωρίτες, ήταν βομβαρδισμένο από βίλες...
-Θέλουμε τουλάχιστον μια ώρα ως το Χιονοδρομικό. Και με αυτό το σίδερο, δε σε βλέπω να μας προφταίνεις, τον πείραξε ο Σταύρος.
Έδιωξε την υγρασία απ΄τα μάτια του και τις αναμνήσεις απ' το μυαλό του, καβάλησε το Σιδερένιο του 'Ατι και ξεκίνησε.
-Πάμε! Έχουμε μια αποστολή να εκπληρώσουμε, τους φώναξε, και γέλασε δυνατά...


Y.Γ:Νομίζω ξάδερφε στο τέλος ότι με συγκίνησες. Βλέπω ακόμη θυμάσαι τις ιστορίες στο Λιβάδι!!Πολύ καλό.